λόγος

λόγος
-ου + N 2 54-342-344-246-252=1238 Gn 4,23; 29,13; 34,18; Ex 4,28; 5,9
word (stereotypical rendition of דבר) Gn 4,23; word of God Nm 11,23; word, message, oracle (of God) Jer 1,4; deliberation Jb 7,13; question, request 2 Sm 14,22; word of command Ex 4,28; case, cause Jb 22,4; condition, promise 2 Sm 3,13; thing spoken of, matter Ex 18,19; event 2 Sm 11,19; account 1 Mc
10,42; accounts, treasury, revenue 1 Mc 10,44; (some)thing (semit., rendering Hebr. דבר) 1 Kgs 5,1(7)
λόγῳ seemingly 3 Mc 3,17; εἰς φερνῆς λόγον on account of the dowry 2 Mc 1,14; παρὰ λόγον illegal, without cause 2 Mc 4,36; κατὰ λόγον according to one’s expectations, as one wishes 3 Mc 3,14; ἐν παντὶ λόγῳ by all means, i.e. with all (his) intellect Est 1,1l; ἐν ἔργῳ καὶ λόγῳ in word and deed Sir 3,8; μὴ λόγον ἔχε τοῦ δαιμονίου τούτου do not take care of this demon, do not take this demon into consideration TobS 6,16; μὴ δότω ὁ βασιλεὺς κατὰ τοῦ δούλου αὐτοῦ λόγον let not the king bring a
charge against his servant 1 Sm 22,15; τοῦ ἀποδιδόναι αὐτοῖς τοὺς σατράπας λόγον for the satraps to give account to them DnTh 6,3; λόγον οὐκ ἔχουσιν πρὸς ἄνθρωπον they had no intercourse with any one JgsB 18,7; ἐρωτήσω σε λόγον I shall ask you a question Jer 45(38),14; ἠμφιέσαντο λόγους they clothed their words, they embellished their words, they concealed their plans, they acted secretly 2 Kgs 17,9; οἱ δέκα λόγοι the ten command-ments Ex 34,28; βιβλίον λόγων τῶν ἡμερῶν Book of the Chronicles 1 Kgs 14,29; ὁ παντοδύναμος λόγος the al-mighty Word, hypostatic manifestation of the Lord’s power Wis 18,15
*Jb 7,13 ἰδίᾳ λόγον ? corr.? δία λόγον for MT יחישׂ/ב ⋄יחשׂ in my complaint, in my concern; *Prv 26,18 λόγους words corr. λόγχας? lances for MT זקים arrows of fire; *2 Chr 34,24 τοὺς πάντας λόγους all the words-כל־הדברים (see 2 Kgs 22,16) for MT כל־האלות all the curses; *Is 10,23 λόγον word, matter מלה for MT כלה consumption; *Mi 1,2 λόγους words-מלים for MT כלם all of them; *Hab 3,5 λόγος word-ָבר דָּ for MT ֶבר דֶּ pestilence, see also Ps 90(91),3; *DnLX X 12,3 τοὺς λόγους the words- הדברים? for MT (=Theod.) הרבים many
Cf. BARR 1961 129-140.220-222.236-237.249; DODD 1954 115-121 and passim; DOGNIEZ 1992 41-
43.341-342; HARL 1971=1992a 189.244 (Is 10,23); JEANSONNE 1988 77-78 (Dn 12,3); LARCHER 1984
565; 1985 910.1015- 1016.1018-1022 (Wis 18,15-16); LE BOULLUEC 1989 58.205.346; REPO 1951, 1-
204; →NIDNTT

Lust (λαγνεία). 2014.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • Λόγος —         (logos) (греч.) см. Логос. Философский энциклопедический словарь. М.: Советская энциклопедия. Гл. редакция: Л. Ф. Ильичёв, П. Н. Федосеев, С. М. Ковалёв, В. Г. Панов. 1983 …   Философская энциклопедия

  • λόγος — computation masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λόγος — I Η ομιλία, η λαλιά του ανθρώπου ως μέσο έκφρασης και επικοινωνίας. Βλ. λ. γλώσσα. Λ. επίσης ονομάζεται η λογική. Βλ. λ. λογική. II (Μαθημ.). Ας είναι Α και Β δύο ομοειδή γεωμετρικά μεγέθη, για παράδειγμα, δύο ευθύγραμμα τμήματα· ενδέχεται φυσικά …   Dictionary of Greek

  • -λογος — (AM λογος) β συνθετικό πολλών προπαροξύτονων ονομάτων και επιθέτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, στα οποία ο λόγος, με τη σημασία τής ομιλίας, επέχει θέση αντικειμένου τού α συνθετικού, που είναι ρήμα (φιλόλογος «φιλώ τον λόγο», δωσίλογος… …   Dictionary of Greek

  • -λόγος — (AM λόγος) β συνθετικό πολλών παροξύτονων ονομάτων και επιθέτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής που δηλώνουν αυτόν που λέει ό,τι δηλώνει το α συνθετικό (αισχρολόγος «αυτός που μιλάει αισχρά», ευφυολόγος «αυτός που λέει έξυπνα αστεία») ή αυτόν που …   Dictionary of Greek

  • λόγος — ο 1. ομιλία: Έναρθρος λόγος. 2. κουβέντα: Πρέπει να πούμε δυο λόγια. 3. αγόρευση, περιγραφή, κήρυγμα: Πολιτικός λόγος. 4. συμβουλή, σύσταση: Δεν άκουσες τα λόγια μου. 5. βεβαίωση, υπόσχεση, εγγύηση: Δώσε μου το λόγο σου ότι θα έρθεις. 6. σκοπός,… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Λόγος — Логос (греч. λόγος) термин философии, означающий «слово» (или «предложение», «высказывание», «речь») в переводе с греческого языка и «мысль» (или «намерение») в переводе с древнегреческого, а также причина, повод. Логос образ огня. Сравнивается с …   Википедия

  • Λόγος προφορικός —         (греч.) (logos propliorikos) слово произносимое. Речь изустная, звучащая (стоики). У Филона Александрийского логос, исходящий из бога; также Λόγος προφατικός (logos prophatikos). Философский энциклопедический словарь. М.: Советская… …   Философская энциклопедия

  • Λόγος ενδιάθετος —         (logos endiathetos) (греч.) слово внутреннее. Внутренняя речь (стоики). Логос, существующий в боге (Филон Александрийский). Философский энциклопедический словарь. М.: Советская энциклопедия. Гл. редакция: Л. Ф. Ильичёв, П. Н. Федосеев, С …   Философская энциклопедия

  • Λόγος εἰκὼν διανοίας. — См. Знать человека по речам …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Λόγος ἐστὶ παλαιός… — См. Наслажденье изменяет …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”